Μετάφραση του "settle" σε Ελληνικά

Οι κανονίζω, τακτοποιώ, διακανονίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "settle" σε Ελληνικά.

settle verb noun γραμματική

(archaic) A seat of any kind. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κανονίζω

    verb

    Bueno, then I'll have to settle for shortening your line of succession.

    Bueno, θα πρέπει λοιπόν να κανονίσω να κοντύνει η σειρά της διαδοχής σου.

  • τακτοποιώ

    verb

    I need someone to keep an eye on my kids while I settle my affairs.

    Χρειάζομαι κάποιον να προσέχει τα παιδιά μου, όσο θα τακτοποιώ τις υποχρεώσεις μου.

  • διακανονίζω

    verb

    I only settle when I'm in trouble.

    Διακανονίζω μόνο όταν είμαι σε πρόβλημα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εγκαθίσταμαι
    • ξοφλάω
    • εγκαθιστώ
    • συμβιβάζω
    • διευθετώ
    • άγω
    • ρυθμίζω
    • αποφασίζω
    • κάθομαι
    • αποκαθιστώ
    • βυθίζω
    • εξοφλώ χρέος
    • ηρεμώ
    • ρυθμίζω οικονομικές εκκρεμότητες
    • τακτοποιω,arrange,fix
    • κατασταλάζω
    • οριστικοποιώ
    • αποφαίνομαι
    • εξομαλύνω
    • κατακάθομαι
    • κατακαθίζω
    • συνδιαλλάσσομαι
    • κρίνω
    • συμφιλιώνω
    • αποικίζω
    • βουλιάζω
    • επιλύνω
    • κατακάθομα
    • φτειάχνω
    • επανορθώνω
    • καταποντίζω
    • φτιάχνω
    • αποκρυσταλλώνω
    • στρώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " settle " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Settle proper

a town in North Yorkshire, England.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αποκαθιστώ

    She didn't want to settle before she had a chance to live out her dreams.

    Δεν ήθελε να αποκατασταθεί, πριν πραγματοποιήσει τα όνειρά της.

Φράσεις παρόμοιες με "settle" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "settle" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη