Μετάφραση του "settlement" σε Ελληνικά
Οι οικισμός, διακανονισμός, εκκαθάριση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "settlement" σε Ελληνικά.
The state of being settled. [..]
-
οικισμός
noun masculineA colony that is newly established; a place or region newly settled
It appears there's a small human agricultural settlement there.
Φαίνεται ότι υπάρχει ένας μικρός αγροτικός οικισμός εκεί.
-
διακανονισμός
noun masculine(finance) The delivery of goods by the seller and payment for them by the buyer
Moreover, the effect is likely to be material only where there is a curtailment or settlement.
Περαιτέρω, η επίπτωση πιθανόν να είναι σημαντική μόνον όπου υπάρχει περικοπή ή διακανονισμός.
-
εκκαθάριση
noun feminine(finance) The delivery of goods by the seller and payment for them by the buyer
The Commission is reviewing the internal rules on the settlement of payment files.
Η Επιτροπή εξετάζει εκ νέου τους εσωτερικούς ελέγχους που αφορούν την εκκαθάριση των φακέλων πληρωμής.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διευθέτηση
- συμφωνία
- τακτοποίηση
- εξόφληση
- αποικισμός
- καθίζηση
- εκχώρηση
- μεταγραφή
- αποικία
- εποικισμός
- επίλυση
- εγκατάσταση
- κωμόπολη
- συμβιβασμός
- συνοικισμός
- χωριό
- συνοικία
- διακανονισμός, εκκαθάριση
- δικαστικός διακανονισμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " settlement " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Settlement" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Settlement στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "settlement"
Φράσεις παρόμοιες με "settlement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αστικός οικισμός
-
οικιστική γεωγραφία
-
αγροτικός οικισμός
-
Κατάλογος πόλεων της Ισλανδίας
-
οικισμός καταπατητών
-
συγκέντρωση οικισμών
-
προσωρινός οικισμός
-
προγαμιαίο συμβόλαιο