Μετάφραση του "sew" σε Ελληνικά

Οι ράβω, ράφτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sew" σε Ελληνικά.

sew verb γραμματική

(intransitive) To use a needle to pass thread repeatedly through pieces of fabric in order to join them together. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ράβω

    verb

    (intransitive) use a needle [..]

    I prefer of course to do the sewing at home. As it's a long walk to the village.

    Επειδή είστε μακριά, θα προτιμούσα να ράβω στο σπίτι μου.

  • ράφτω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sew " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sew"

Φράσεις παρόμοιες με "sew" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sew" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη