Μετάφραση του "sexual" σε Ελληνικά
Οι σεξουαλικός, γεννητικός, γενετήσιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sexual" σε Ελληνικά.
of or relating to having sex (as in verb phrase usage; e.g. sexual reproduction) [..]
-
σεξουαλικός
adjectiveof or relating to sexual orientation, identity or preferences [..]
He's a sexual sadist who raped, tortured and mutilated two women.
Είναι σεξουαλικός σαδιστής που βίαζε και βασάνιζε γυναίκες.
-
γεννητικός
The area around the mouth and often the sexual organs has been removed.
Η περιοχή γύρω απ'το στόμα και τα γεννητικά όργανα συνήθως αφαιρούνται.
-
γενετήσιος
adjective masculineThe factual circumstances are the facts relating to the person of the applicant for asylum concerned, inter alia, his sexual orientation.
Τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά συνίστανται στα στοιχεία τα σχετικά με το πρόσωπο του οικείου αιτούντος, μεταξύ των οποίων καταλέγεται και ο γενετήσιος προσανατολισμός.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ερωτικός
- αφροδίσιος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sexual " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sexual" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σεξουαλική ταυτότητα
-
βιαστής · παιδόφιλος · σεξουαλικός εκμεταλλευτής
-
Σεξουαλικότητα · αφροδισία · γένος · σεξουαλικότητα · φυλετικότητα · φύλο
-
αντιμετωπίζω σεξουαλικά · δίνω σεξουαλικό χαρακτήρα σε κπ ή κτ · κάνω κτ αντικείμενο τού σεξ · υποστασιοποιώ σεξουαλικά
-
επαφή · σεξ · συνουσία
-
Φυλετικός διμορφισμός · φυλετικός διμορφισμός
-
αφροδίσιος
-
σεξουαλική διέγερση