Μετάφραση του "sexually" σε Ελληνικά

Το σεξουαλικά είναι η μετάφραση του "sexually" σε Ελληνικά.

sexually adverb γραμματική

In a sexual manner: erotically. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σεξουαλικά

    adverb

    in a sexual manner

    In the criminal justice system, sexually based offenses are considered especially heinous.

    Στο ποινικό σύστημα τα σεξουαλικά εγκλήματα θεωρούνται ιδιαίτερα ειδεχθή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sexually " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sexually" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • σεξουαλική ταυτότητα
  • βιαστής · παιδόφιλος · σεξουαλικός εκμεταλλευτής
  • Σεξουαλικότητα · αφροδισία · γένος · σεξουαλικότητα · φυλετικότητα · φύλο
  • αντιμετωπίζω σεξουαλικά · δίνω σεξουαλικό χαρακτήρα σε κπ ή κτ · κάνω κτ αντικείμενο τού σεξ · υποστασιοποιώ σεξουαλικά
  • επαφή · σεξ · συνουσία
  • Φυλετικός διμορφισμός · φυλετικός διμορφισμός
  • αφροδίσιος
  • σεξουαλική διέγερση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sexually" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη