Μετάφραση του "share" σε Ελληνικά

Οι μετοχή, μερίδιο, μοιράζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "share" σε Ελληνικά.

share verb noun γραμματική

A part of something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μετοχή

    noun feminine

    financial instrument [..]

    The reconciliation shall include the individual effect of each class of instruments that affects earnings per share.

    Η συμφωνία θα περιλαμβάνει τη μεμονωμένη επίδραση κάθε κατηγορίας μέσων που επηρεάζει τα κέρδη ανά μετοχή.

  • μερίδιο

    noun neuter

    The market share of the Union industry also showed a very injurious trend.

    Το μερίδιο αγοράς του ενωσιακού κλάδου παραγωγής σημείωσε επίσης πολύ ζημιογόνο τάση.

  • μοιράζω

    verb

    He shares a room with his brother.

    Μοιράζεται ένα δωμάτιο με τον αδελφό του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μοιράζομαι
    • συμμερίζομαι
    • μετέχω
    • μέρος
    • μεταδίδω
    • κατανέμω
    • μοιρασιά
    • καταμερίζω
    • συζητώ
    • συμμερίχομαι
    • υνί
    • ανταλλάσσω
    • μερίδα
    • συντάσσομαι
    • συμμετέχω
    • Μετοχή
    • παρουσιάζω
    • διαδίδω
    • διαμοιράζω
    • αφηγούμαι
    • κοινοποιώ
    • καταθέτω
    • έχω το ίδιο
    • αναδημοσιεύω
    • κοινή χρήση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " share " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Share
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μοιράζομαι

    I'm sharing a laugh with my new friends.

    Μοιράζομαι ένα γέλιο με τους νέους μου φίλους.

Εικόνες με "share"

Φράσεις παρόμοιες με "share" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "share" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη