Μετάφραση του "shearing" σε Ελληνικά
Οι Διάτμηση, κλάδεμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "shearing" σε Ελληνικά.
shearing
adjective
noun
verb
γραμματική
Describing something (such as a shearing force) that tends to cut or tear. [..]
-
Διάτμηση
physics
Mist is generally formed by condensation of supersaturated vapours or by physical shearing of liquids.
Η συγκέντρωση σταγονιδίων γενικά δημιουργείται από συμπύκνωση υπερκορεσμένων υδρατμών ή από φυσική διάτμηση υγρών.
-
κλάδεμα
noun neuterPruning is also done by hand, to avoid damaging the trees with air shears.
Το κλάδεμα γίνεται επίσης με το χέρι, προκειμένου να αποφευχθούν τραυματισμοί του δέντρου από αεροψάλιδα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " shearing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "shearing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποκόπτω · διάτμηση · κουρεύω · περικοπή · ψαλιδίζω
-
Διατμητική τάση
-
Κύμα διάτμησης
-
κλαδευτήρα · κλαδευτήρι · ψαλίδα · ψαλίδι
-
βοσκός
-
λαβή περικοπής
-
Διατμητικός άνεμος
-
Διατμητικός άνεμος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη