Μετάφραση του "sheepish" σε Ελληνικά

Οι δειλός, ηλίθιος, κατσούφης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sheepish" σε Ελληνικά.

sheepish adjective γραμματική

Having the characteristics of a sheep [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δειλός

    noun masculine
  • ηλίθιος

    noun masculine
  • κατσούφης

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Showing or feeling embarrassment from shame or a lack of self-confidence ... ντροπαλος, Mavers
    • άτολμος
    • βλάκας
    • κομπλεξικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sheepish " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sheepish" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη