Μετάφραση του "shepherd" σε Ελληνικά

Οι βοσκός, ποιμένας, τσοπάνης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "shepherd" σε Ελληνικά.

shepherd verb noun γραμματική

A person who tends sheep. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βοσκός

    noun masculine

    a person who tends sheep [..]

    Need to let us lowly shepherds in on these things, Father.

    Πρέπει να μας τα λες αυτά, εμάς τους ταπεινούς βοσκούς, Πάτερ.

  • ποιμένας

    noun masculine

    a person who tends sheep

    A good shepherd doesn't desert his flock when the wolves are prowling.

    Ο καλός ποιμένας δεν αφήνει το ποίμνιό του, όταν οι λύκοι τριγυρίζουν.

  • τσοπάνης

    noun masculine

    a person who tends sheep

    Well, it's a good thing a bloody shepherd didn't help you up, or I suppose you'd be off with the sheep, wouldn't ya?

    Ευτυχώς τότε που δε σε βρήκε ο τσοπάνης μας. Γιατί τότε θα είχες πάει με τα πρόβατα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ποιμήν
    • βόσκω πρόβατα
    • επιβλέπω
    • ποδηγοδετώ
    • ποιμαίνω
    • τσομπάνης
    • τσοπάνος
    • φροντίζω
    • προστάτης
    • βοσκώ
    • επιβλέπω ποίμνιο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " shepherd " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Shepherd proper

An English occupational surname derived from shepherd. [..]

+ Προσθήκη

"Shepherd" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Shepherd στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "shepherd"

Φράσεις παρόμοιες με "shepherd" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "shepherd" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη