Μετάφραση του "shipbuilder" σε Ελληνικά
Το ναυπηγός είναι η μετάφραση του "shipbuilder" σε Ελληνικά.
shipbuilder
noun
γραμματική
A person who builds vessels like ships and boats. [..]
-
ναυπηγός
noun m;f masculine;feminine masculine, feminineπρόσωπο που κατασκευάζει πλοία [..]
A naval architect finds the design of Noah’s ark consistent with modern shipbuilding practice.
Ένας ναυπηγός διαπιστώνει ότι ο σχεδιασμός της κιβωτού του Νώε συμφωνεί με τις σύγχρονες μεθόδους ναυπηγικής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " shipbuilder " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "shipbuilder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ναυπήγηση · ναυπήγηση · ναυπηγικές κατασκευές · ναυπηγική
-
ναυπηγική
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη