Μετάφραση του "shop" σε Ελληνικά

Οι κατάστημα, μαγαζί, ψωνίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "shop" σε Ελληνικά.

shop verb noun interjection γραμματική

An establishment that sells goods or services to the public; originally a physical location, but now a virtual establishment as well. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάστημα

    noun neuter

    establishment that sells goods [..]

    On Sundays, shops stay closed.

    Κάθε Κυριακή τα καταστήματα παραμένουν κλειστά.

  • μαγαζί

    noun neuter

    establishment that sells goods

    Their father had a large shoe shop in the town.

    Ο πατέρας τους είχε ένα μεγάλο μαγαζί με παπούτσια στην πόλη.

  • ψωνίζω

    verb

    to visit shops [..]

    We can shop, go to the movies, maybe talk a little.

    Μπορούμε να ψωνίσουμε, να πάμε σινεμά ή να μιλήσουμε λίγο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνεργείο
    • εργαστήριο
    • μαγαζάκι
    • εμπορικό
    • μπαρ
    • είμαι πελάτης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " shop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "shop"

Φράσεις παρόμοιες με "shop" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "shop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη