Μετάφραση του "sickly" σε Ελληνικά

Οι αρρωστιάρης, φιλάσθενος, νοσηρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sickly" σε Ελληνικά.

sickly adjective verb adverb γραμματική

Frequently ill; often in poor health; given to becoming ill. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρρωστιάρης

    We need you to stay wrinkled and sickly.

    Να είσαι ρυτιδιασμένος κι αρρωστιάρης.

  • φιλάσθενος

    adjective

    When I was sickly as a child, they were considered an option for the throne.

    Το ότι ήμουν φιλάσθενος ως παιδί, το θεώρησαν σαν μια ευκαιρία για τον θρόνο.

  • νοσηρός

    adjective masculine

    And I onlywish I had never known the sickly sweet scent of my father's love... with that filthy fat gypsy.

    Και μακάρι να μην είχα γνωρίσει ποτέ τη νοσηρή αγάπη του πατέρα μου μ'αυτόν το βρομιάρη τσιγγάνο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρρωστιάρικος
    • ασθενικός
    • υποχονδριακός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sickly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Sickly
+ Προσθήκη

"Sickly" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Sickly στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "sickly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αδιαθεσία · αναγούλα · καχεξία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sickly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη