Μετάφραση του "sightlessness" σε Ελληνικά

Οι τύφλωση, τυφλότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sightlessness" σε Ελληνικά.

sightlessness noun γραμματική

The characteristic of being sightless; blindness. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τύφλωση

    noun feminine

    ablepsy [..]

  • τυφλότητα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sightlessness " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sightlessness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sightlessness" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη