Μετάφραση του "silviculture" σε Ελληνικά

Οι δασοκομία, Δασοπονία, δασολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "silviculture" σε Ελληνικά.

silviculture noun γραμματική

The care and development of forests in order to obtain a product or provide a benefit; forestry. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δασοκομία

    noun feminine

    To achieve this, silvicultural measures adapted to local conditions as well as natural forest rejuvenation shall be promoted.

    Προς τούτο, κρίνεται σκόπιμο να ενθαρρυνθεί τόσο η δασοκομία που είναι προσαρμοσμένη στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της τοποθεσίας όσο και η φυσική αναγέννηση των δασών.

  • Δασοπονία

    economic use and conservation of forests and forest products

    Environmentally friendly agriculture and silviculture have particular importance in this regard.

    Η οικολογική γεωργία και δασοπονία έχουν όλως ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο αυτό.

  • δασολογία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " silviculture " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "silviculture" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη