Μετάφραση του "simultaneous" σε Ελληνικά

Οι ταυτόχρονος, Ταυτόχρονος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "simultaneous" σε Ελληνικά.

simultaneous adjective noun γραμματική

Occurring or transpiring at the same time. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταυτόχρονος

    επίθετο adjective masculine

    at the same time

    But you always say time is simultaneous.

    Άλλα πάντα λες ότι ο χρόνος είναι ταυτόχρονος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " simultaneous " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Simultaneous
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ταυτόχρονος

    Simultaneous engineering and production of integrated high-tech components for European transport

    Ταυτόχρονος σχεδιασμός και παραγωγή ολοκληρωμένων κατασκευαστικών στοιχείων υψηλής τεχνολογίας για τον ευρωπαϊκό κλάδο μεταφορών

Φράσεις παρόμοιες με "simultaneous" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "simultaneous" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη