Μετάφραση του "sit" σε Ελληνικά
Οι κάθομαι, καθίζω, ποζάρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sit" σε Ελληνικά.
sit
Verb
verb
noun
γραμματική
(intransitive, of a person) To be in a position in which the upper body is upright and the legs (especially the upper legs) are supported by some object. [..]
-
κάθομαι
verbof a person, be in a position in which the upper body is upright and the legs are supported
The cat is sitting on the desk.
Η γάτα κάθεται στο γραφείο.
-
καθίζω
verbI'll sit with you.
Θα καθίσω μαζί σου.
-
ποζάρω
verbPerhaps you wonder why I don't sit for the picture myself.
Ίσως να αναρωτιέστε γιατί δεν ποζάρω μόνος μου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συνεδριάζω
- ιππεύω
- καβαλάω
- καβαλικεύω
- στήνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "sit"
Φράσεις παρόμοιες με "sit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εύκολη λεία · εύκολο θύμα · εύκολος στόχος · κορόιδο · στο έλεος της τύχης
-
βρίσκομαι στη δικαστική έδρα · γίνομαι κριτής [+Γεν.] · εκδικάζω υποθέσεις (για κτ, κπ) · κατακρίνω (κτ, κπ) · κρίνω (κτ, κπ) · παίρνω αποφάσεις (για κτ, κπ)
-
Πίνακας εκκίνησης συστήματος
-
παρακαθήμενος [+Γεν.]
-
δεν κάνω πίσω · κάθομαι ως το τέλος · μένω στα μετόπισθεν · παρακολουθώ αμέτοχος · περιμένω υπομονετικά · υπομένω μέχρι τέλους
-
όταν καθήσεις και το σκεφτείς
-
έχω πένθος · βυθίζομαι στο πένθος · τηρώ το σίβα
-
παρακολουθώ αμέτοχος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη