Μετάφραση του "sitting" σε Ελληνικά

Οι συνεδρίαση, κάθισμα, καθισιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sitting" σε Ελληνικά.

sitting adjective noun verb γραμματική

Present participle of sit. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεδρίαση

    noun

    I declare voting suspended to make way for the formal sitting.

    Κηρύσσω την αναστολή της ψηφοφορίας για να γίνει η πανηγυρική συνεδρίαση.

  • κάθισμα

    noun neuter

    It is best to wait, because they sit on comfortable chairs.

    Μπορεί να περιμένει όσο βολεύετε σε αναπαυτικά καθίσματα.

  • καθισιά

    I forgot how much my kin devour upon a sitting.

    Ξέχασα πόσο φαγητό καταβροχθίζουν στην καθισιά τους οι πατριώτες μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καθισμένος
    • συνεδρία
    • καθημένος
    • εν ενεργεία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sitting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sitting"

Φράσεις παρόμοιες με "sitting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εύκολη λεία · εύκολο θύμα · εύκολος στόχος · κορόιδο · στο έλεος της τύχης
  • βρίσκομαι στη δικαστική έδρα · γίνομαι κριτής [+Γεν.] · εκδικάζω υποθέσεις (για κτ, κπ) · κατακρίνω (κτ, κπ) · κρίνω (κτ, κπ) · παίρνω αποφάσεις (για κτ, κπ)
  • Πίνακας εκκίνησης συστήματος
  • παρακαθήμενος [+Γεν.]
  • δεν κάνω πίσω · κάθομαι ως το τέλος · μένω στα μετόπισθεν · παρακολουθώ αμέτοχος · περιμένω υπομονετικά · υπομένω μέχρι τέλους
  • όταν καθήσεις και το σκεφτείς
  • έχω πένθος · βυθίζομαι στο πένθος · τηρώ το σίβα
  • παρακολουθώ αμέτοχος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sitting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη