Μετάφραση του "sizing" σε Ελληνικά

Οι διαστασιοδότηση, κολλάρισμα, διακρίβωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sizing" σε Ελληνικά.

sizing noun verb γραμματική

A gelatinous glue for glazing or sizing canvas, paper, plaster or wood; often made from animal skins. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαστασιοδότηση

    Act of fixing the cross-section of structural components on the basis of statics and material strength.

  • κολλάρισμα

    Act of fixing the cross-section of structural components on the basis of statics and material strength.

    Their sizing and smoothing vary considerably.

    Το κολλάρισμα και το σατινάρισμα των χαρτιών αυτών ποικίλλουν επίσης σημαντικά.

  • διακρίβωση

  • κόλλα

    noun feminine

    Thousands of miles away, in the Americas, a miniature nest the size of a thimble clings to the branch of a tree.

    Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στην αμερικανική ήπειρο, μια μικροσκοπική φωλιά σε μέγεθος δαχτυλήθρας είναι κολλημένη στο κλαδί ενός δέντρου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sizing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Sizing
+ Προσθήκη

"Sizing" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Sizing στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "sizing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μέγεθος γραμματοσειράς
  • μεγάλων διαστάσεων
  • Μέγεθος εμφάνισης κειμένου
  • γενικής εφαρμογής · ενιαίο μέγεθος · μονοδιάστατος · πασπαρτού · προκρούστειος
  • όριο μεγέθους
  • πόλη μετρίου μεγέθους
  • Μέγεθος
  • αναλύω · αξιολογώ · εκτιμώ · εξετάζω · ζυγίζω · κόβω · περιεργάζομαι · υπολογίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sizing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη