Μετάφραση του "skill" σε Ελληνικά

Οι επιδεξιότητα, δεξιότητα, γνώση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "skill" σε Ελληνικά.

skill adjective verb noun γραμματική

(transitive) To set apart; separate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιδεξιότητα

    noun feminine

    capacity to do something well

    This is a bit difficult, but with my skill and your spirit, we'll win!

    Αυτό είναι λίγο δύσκολο, αλλά με επιδεξιότητα μου και το πνεύμα σας, εμείς θα κερδίσουμε!

  • δεξιότητα

    noun feminine

    learned ability to carry out a task

    I have developed some skill at duplicating the original hand.

    Έχω αναπτύξει την δεξιότητα να αντιγράφω τον αυθεντικό γραφικό χαρακτήρα.

  • γνώση

    noun feminine

    And that was with almost no Spanish language skills and a family of parasites living in my colon.

    Και χωρίς γνώση της ισπανικής γλώσσας και με μια οικογένεια παράσιτα να ζουν στο έντερό μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δεξιοτεχνία
    • ειδικότητα
    • ικανότητα
    • καταλληλότητα
    • επιτηδειότητα
    • προσόν
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " skill " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "skill" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "skill" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη