Μετάφραση του "skink" σε Ελληνικά

skink verb noun γραμματική

An lizard of the Scincidae family, having small or reduced limbs or none at all and long tails that are regenerated when shed. [..]

Αυτόματες μεταφράσεις του " skink " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
+ Προσθήκη

"skink" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το skink στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "skink"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "skink" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη