Μετάφραση του "slander" σε Ελληνικά

Οι συκοφαντία, συκοφαντώ, διαβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "slander" σε Ελληνικά.

slander verb noun γραμματική

a false, malicious statement (spoken or published), especially one which is injurious to a person's reputation; the making of such a statement [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συκοφαντία

    noun feminine

    false, malicious statement [..]

    I resent the slander as much, or more than you.

    Απεχθάνομαι τη συκοφαντία το ίδιο ή και περισσότερο από εσάς.

  • συκοφαντώ

    verb

    utter a slanderous statement

    I will honor my word, and I will speak no treason nor slander.

    Θα τιμήσω το λόγο μου... και δεν θα προδίδω, ούτε θα συκοφαντώ.

  • διαβάλλω

    verb

    utter a slanderous statement

    The Greek word rendered “accused” at Luke 16:1 allows for the idea that the steward was slandered.

    Η λέξη διεβλήθη του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου, που αποδίδεται «τον κατηγόρησαν» στο εδάφιο Λουκάς 16:1, αφήνει το περιθώριο να σκεφτούμε ότι ο οικονόμος συκοφαντήθηκε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαβολή
    • διασύρω
    • δυσφήμηση
    • διασυρμός
    • δυσφημίζω
    • δυσφημώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " slander " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "slander" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • σπερμολόγος · συκοφάντης
  • συκοφαντώ
  • κακές γλώσσες
  • δυσφημιστική · δυσφημιστικό · δυσφημιστικός · συκοφαντικός
  • δυσφημιστική · δυσφημιστικό · δυσφημιστικός · συκοφαντικός
  • συκοφαντώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "slander" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη