Μετάφραση του "slavish" σε Ελληνικά

Οι δουλικός, δουλοπρεπής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "slavish" σε Ελληνικά.

slavish adjective γραμματική

in the manner of a slave; abject [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δουλικός

    adjective

    Uh-huh, yeah, I realize your boss requires a blind allegiance and slavish devotion, okay?

    Αντιλαμβάνομαι το αφεντικό σας απαιτεί μια τυφλή υποταγή και δουλική αφοσίωση, εντάξει;

  • δουλοπρεπής

    Well I don't like those slavish eyes, either.

    Λοιπόν, ούτε εμένα μ'αρέσει αυτή η δουλοπρεπής ματιά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " slavish " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "slavish" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη