Μετάφραση του "sleek" σε Ελληνικά

Οι λείος, κομψή, λειαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sleek" σε Ελληνικά.

sleek adjective verb noun adverb γραμματική

Having an even, smooth surface; smooth; hence, glossy; as, sleek hair. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λείος

    adjective masculine
  • κομψή

    adjective

    Your mother is sleek yet powerful, like an enormous greyhound.

    Η μητέρα σου είναι κομψή αλλά και δυναμική, σαν ένα μεγάλο κυνηγόσκυλο.

  • λειαίνω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στιλπνός
    • γλυκομίλητος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sleek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sleek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη