Μετάφραση του "slight" σε Ελληνικά

Οι μικρός, προσβάλλω, λεπτός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "slight" σε Ελληνικά.

slight adjective verb noun γραμματική

Small, weak, or gentle; not decidedly marked; not forcible; inconsiderable; unimportant; insignificant; not severe. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μικρός

    adjective masculine

    The pilot looks confident, but I detect a slight tremor in his hands.

    Ο πιλότος μοιάζει σίγουρος, αλλά πιάνω ένα μικρό τρέμουλο στα χέρια του.

  • προσβάλλω

    verb

    Please know that I meant no slight by it.

    Να ξέρεις ότι δεν το έκανα για να σε προσβάλλω.

  • λεπτός

    adjective masculine

    It is supple, glossy and creamy, with a fine texture and a slight creamy flavour.

    Είναι μαλακή, παχύρρευστη και λιώνει στο στόμα, με λεπτή υφή και λεπτή γεύση κρέμας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παραβλέπω
    • ασήμαντος
    • παράβλεψη
    • μικρόσ
    • προσβολή
    • λίγος
    • ελαφρός
    • παραμέληση
    • αδύνατος
    • λεπτοκαμωμένος
    • παραγκωνίζω
    • υποτιμώ
    • αψηφώ
    • αγνοώ
    • θίξιμο
    • παραμελώ
    • ταπείνωση
    • λιγοστός
    • θίγω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " slight " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "slight" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "slight" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη