Μετάφραση του "slimy" σε Ελληνικά
Οι γλοιώδης, ακάθαρτος, γλιστερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "slimy" σε Ελληνικά.
slimy
adjective
noun
γραμματική
Of or pertaining to, resembling, of the nature of, covered or daubed with, yielding, abounding in slime; viscous; glutinous. [..]
-
γλοιώδης
My wife, that's who, and that slimy son of hers.
Η γυναίκα μου, να ποιός, και αυτός ο γλοιώδης ο γιος της.
-
ακάθαρτος
adjective masculine -
γλιστερός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " slimy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "slimy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αηδία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη