Μετάφραση του "slipping" σε Ελληνικά

Το ολίσθηση είναι η μετάφραση του "slipping" σε Ελληνικά.

slipping noun adjective verb γραμματική

Present participle of slip . [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ολίσθηση

    noun

    The free ends of the straps shall extend sufficiently far beyond the adjusting devices to allow for slip.

    Τα ελεύθερα άκρα των ιμάντων εκτείνονται αρκετά πέρα από τους μηχανισμούς ρύθμισης, ώστε να επιτρέπουν την ολίσθηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " slipping " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "slipping" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • παραδρομή της γλώσσας · παραπραξία
  • εξανεμίζομαι · ξεγλιστρώ · παρέρχομαι · περνώ · προχωρώ
  • περνάω χειροπέδες σε κπ
  • θηλιά
  • βλαστός · γλίστρημα · γλιστράω · γλιστρώ · διολίσθηση · εσώρουχο · κάνω σφάλμα · καταρρέω · κομπινεζόν · λούφα · λωρίδα · μαξιλαροθήκη · μεσοφόρι · μετακινούμαι · μετατοπίζομαι · ξεπέφτω · ξεφεύγω · ολίσθημα · ολίσθηση · ολισθαίνω · παράπτωμα · παραδρομή · παραπατώ · σκουντούφλημα · σκόνταμμα · σφάλλω · σφάλμα · υποβαθμίζομαι · φθίνω
  • πρέπει να μου διέφυγε.
  • παραπραξία
  • κάποιο λάθος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "slipping" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη