Μετάφραση του "slit" σε Ελληνικά

Οι σχισμή, ρωγμή, σχίσιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "slit" σε Ελληνικά.

slit adjective verb noun γραμματική

A narrow cut or opening; a slot. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχισμή

    noun feminine

    One slit across the throat, and it'd have been a quick death for both of them.

    Μία σχισμή κατά μήκος του λαιμού, και αυτό θα ήταν ένα γρήγορο θάνατο και για τους δύο.

  • ρωγμή

    noun feminine
  • σχίσιμο

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χαραμάδα
    • κόβω
    • σχίζομαι
    • σχίζω
    • ανοίγω
    • γατάκι
    • μουνί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " slit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "slit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Σχισμοειδής λυχνία
  • αιδοιική σχισμή · ουρογεννητική σχισμή
  • άνοιγμα αερισμού με περσίδες
  • αιδοιική σχισμή · ουρογεννητική σχισμή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "slit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη