Μετάφραση του "slowing" σε Ελληνικά

Οι επιβράδυνση, κάμψη, καθυστέρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "slowing" σε Ελληνικά.

slowing noun verb γραμματική

Present participle of slow . [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιβράδυνση

  • κάμψη

  • καθυστέρηση

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • με βήμα σημειωτόν
    • υποχώρηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " slowing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "slowing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • με το σταγονόμετρο
  • βραδεία φόρτιση
  • Βραδύς, αργός
  • αδρανής · ανέτοιμος · ανιαρός · αργά · αργοκίνητος · αργός · αργόστροφος · αργόσυρτος · αργώ · βαρετός · βραδύνω · βραδύς · επιβραδύνω · καθυστερημένος · πάσχω · σταματώ · χωλαίνω
  • Αργή αναπήδηση συχνότητας
  • ασφάλεια βραδείας τήξης
  • Αργή αναπήδηση συχνότητας
  • επιβραδύνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "slowing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη