Μετάφραση του "smooth" σε Ελληνικά

Οι λείος, ομαλός, εξομαλύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "smooth" σε Ελληνικά.

smooth adjective verb noun adverb γραμματική

Having a texture that lacks friction. Not rough. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λείος

    adjective masculine

    edge: lacking projections or indentations; not serrated [..]

    The outer skin is of fine to medium thickness, smooth and shiny.

    Φλοιός λεπτός έως μέτριου πάχους, λείος και στιλπνός.

  • ομαλός

    adjective masculine

    motion: unbroken [..]

    The road that the Prophets have asked us to walk won't always be a smooth one.

    Ο δρόμος που πορευόμαστε δε θα είναι πάντα ομαλός.

  • εξομαλύνω

    verb

    make smooth

    I can smooth your way with the congregation.

    Μπορώ να εξομαλύνω την θέση σου με το ποίμνιο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απαλός
    • γλυκομίλητος
    • λειαίνω
    • ήπιος
    • ήρεμος
    • στρωτός
    • ακύμαντος
    • γλυκόπιοτος
    • μαλακός
    • γλαφυρός
    • απαλύνω
    • ισιώνω
    • γυαλίζω
    • μαλακώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " smooth " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Smooth
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ομαλός, λείος

Εικόνες με "smooth"

Φράσεις παρόμοιες με "smooth" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "smooth" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη