Μετάφραση του "smother" σε Ελληνικά
Οι πνίγω, πνίγομαι, καταπνίγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "smother" σε Ελληνικά.
smother
verb
noun
γραμματική
(transitive) To extinguish or deaden, as fire, by covering, overlaying, or otherwise excluding the air: as, to smother a fire with ashes. [..]
-
πνίγω
verbto extinguish or deaden [..]
Should've smothered him in the crib when I had the chance.
Έπρεπε να τον έχω πνίξει στην κούνια όταν είχα την ευκαιρία.
-
πνίγομαι
verbto be suffocated [..]
Should've smothered him in the crib when I had the chance.
Έπρεπε να τον έχω πνίξει στην κούνια όταν είχα την ευκαιρία.
-
καταπνίγω
verbto reduce to a low degree of vigor or activity
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- προκαλώ ασφυξία
- σύννεφο
- καταπιέζω
- υπερκαλύπτω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " smother " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "smother" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πνίγω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη