Μετάφραση του "smuggling" σε Ελληνικά

Οι λαθρεμπόριο, αρχαιοκαπηλία, Λαθρεμπόριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "smuggling" σε Ελληνικά.

smuggling noun verb γραμματική

Present participle of smuggle . [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαθρεμπόριο

    noun neuter

    an act of smuggling

    That is excellent because it works against smuggling.

    Είναι ένα εξαιρετικό πρόγραμμα, καθώς καταπολεμά το λαθρεμπόριο.

  • αρχαιοκαπηλία

    noun
  • Λαθρεμπόριο

    illegal movement of goods or people

    Exotic animal smuggling, bribing state and local officials, multiple violations of the interstate commerce code to start.

    Λαθρεμπόριο ζώων, δωροδοκία παραβίαση νομοθεσίας περί εμπορίου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " smuggling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "smuggling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • λαθραία · περνώ λαθραία · φυγαδεύω
  • εισάγω κτ λαθραία σε
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "smuggling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη