Μετάφραση του "snooty" σε Ελληνικά

Οι ακατάδεκτος, ψηλομύτης, έξυπνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "snooty" σε Ελληνικά.

snooty adjective γραμματική

pompous; snobbish; inclined to turn up one's nose [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακατάδεκτος

    noun masculine

    pompous

    Hey, Nina, that snooty guy from the co-op board is returning your call.

    Νίνα, αυτός ο ακατάδεκτος τύπος από το συμβούλιο περιμένει στο τηλέφωνο.

  • ψηλομύτης

    noun masculine

    A snooty little lieutenant fresh out of the east started it.

    Ένας ψηλομύτης Υπολοχαγός πέρα απ'τη δύση τον ξεκίνησε.

  • έξυπνος

    adjective

    " I'm probably referring to some snooty podcast to sound even smarter. "

    " Πιθανώς αναφέρομαι σε κάποιον φαντασμένο podcaster για να ακουστώ ακόμα πιο έξυπνος ".

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φαντασμένος
    • υπεροπτικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " snooty " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "snooty" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη