Μετάφραση του "sober" σε Ελληνικά
Οι νηφάλιος, εγκρατής, μετρημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sober" σε Ελληνικά.
sober
adjective
verb
γραμματική
(often with up) To overcome or lose a state of intoxication. [..]
-
νηφάλιος
adjective masculinenot drunk [..]
I've been sober for eight months.
Είμαι νηφάλιος οκτώ μήνες.
-
εγκρατής
adjective masculinenot given to excessive drinking of alcohol
Perhaps your youngest daughter stole the money because she knew that she'd never pass the clean and sober clause.
Ίσως η μικρότερη κόρη σας να έκλεψε τα χρήματα επειδή ήξερε ότι δε θα τα κατάφερνε να μείνει καθαρή και εγκρατής.
-
μετρημένος
adjective masculinemoderate
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σοβαρός
- ήρεμος
- αμέθυστος
- διακριτικός
- βαρυσήμαντος
- διαυγής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sober " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη