Μετάφραση του "socialite" σε Ελληνικά
Οι κοσμικός, διασημότητα, αριστοκράτισσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "socialite" σε Ελληνικά.
socialite
noun
γραμματική
a person (more often a woman) of social prominence, considered to be an influential figure [..]
-
κοσμικός
person of prominence with a high social position in upper class society
We both know you're a socialite, not a businesswoman.
Ξέρουμε κι οι δυο ότι είσαι απλά μια κοσμική, όχι επιχειρηματίας.
-
διασημότητα
Today she is a self proclaimed socialite and designer.
Σήμερα είναι αυτοαποκαλούμενη διασημότητα και σχεδιάστρια.
-
αριστοκράτισσα
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γαλαζοαίματος
- επώνυμος
- κοσμική κυρία
- κοσμοπολί-της, -ισσα
- κοσμοπολίτης, -ισσα
- μέγας και πολύς
- ο πολύς (+κύριο όνομα),
- ο πολύς κύριος
- πρωταγωνιστής τής επικαιρότητας
- πρόσωπο τής (κοινωνικής) επικαιρότητας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " socialite " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη