Μετάφραση του "solecism" σε Ελληνικά

Οι σολοικισμός, Σολοικισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "solecism" σε Ελληνικά.

solecism noun γραμματική

Error in the use of language, especially an error concerning etiquette. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σολοικισμός

    noun masculine

    error in the use of language

  • Σολοικισμός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " solecism " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "solecism" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη