Μετάφραση του "solitaire" σε Ελληνικά

Οι πασιέντσα, πασιέντζα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "solitaire" σε Ελληνικά.

solitaire adjective noun γραμματική

A person who lives alone. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πασιέντσα

    noun feminine

    I never played double solitaire before.

    Δεν έχω παίξει ποτέ διπλή πασιέντσα πριν.

  • πασιέντζα

    noun feminine

    You don't want her to get bored and play solitaire on your head.

    Δε θες να βαρεθεί και να το ρίξει στην πασιέντζα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " solitaire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "solitaire"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "solitaire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη