Μετάφραση του "solon" σε Ελληνικά

Οι δημόσιος ανήρ, Σόλων, Σόλωνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "solon" σε Ελληνικά.

solon noun γραμματική

A wise legislator or lawgiver. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δημόσιος ανήρ

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " solon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Solon proper

An ancient Athenian statesman and lawgiver, one of the Seven Sages (c.630-c.560 BC). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σόλων

    proper masculine

    Well, Solon says that it's the mirror of the world, reflecting the past, present, and future.

    Ο Σόλων λέει ότι είναι ο καθρέφτης του κόσμου που αντανακλά το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

  • Σόλωνας

    proper

    In the next century a legislator named Solon laid the foundation for a democracy.

    Τον επόμενο αιώνα ένας νομοθέτης ονόματι Σόλωνας έθεσε τα θεμέλια για τη δημοκρατία.

Εικόνες με "solon"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "solon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη