Μετάφραση του "solvent" σε Ελληνικά
Οι διαλύτης, διαλυτικός, Διαλύτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "solvent" σε Ελληνικά.
A liquid that dissolves a solid, liquid, or gaseous solute, resulting in a solution. [..]
-
διαλύτης
noun masculineliquid that dissolves a solid, liquid, or gaseous solute [..]
In such cases, the solvent should be removed by evaporation before mixing with the soil.
Στις περιπτώσεις αυτές, ο διαλύτης θα πρέπει να απομακρύνεται με εξάτμιση πριν από την ανάμειξη με το έδαφος.
-
διαλυτικός
adjective masculineable to pay all debts
-
Διαλύτης
Ένας διαλύτης είναι μια ουσία που διαλύει μια διαλυμένη ουσία (ένα χημικά διαφορετικό υγρό, στερεό ή αέριο), με αποτέλεσμα ένα διάλυμα.
In such cases, the solvent should be removed by evaporation before mixing with the soil.
Στις περιπτώσεις αυτές, ο διαλύτης θα πρέπει να απομακρύνεται με εξάτμιση πριν από την ανάμειξη με το έδαφος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διαλυτικό
- φερέγγυος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " solvent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Διαλύτης
Solvent naphtha (coal), light; Light oil redistillate, low boiling
Διαλύτης νάφθα (άνθρακα), ελαφρύ κλάσμα· επαναπόσταγμα ελαφρών ελαίων, χαμηλού σημείου ζέσης
Φράσεις παρόμοιες με "solvent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οργανικός διαλύτης
-
ανάκτηση διαλυτών
-
οικονομικά φερέγγυος