Μετάφραση του "sorority" σε Ελληνικά
Οι αδελφότητα, γυναικεία αδελφότητα, σύλλογος φοιτητριών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sorority" σε Ελληνικά.
sorority
noun
γραμματική
A group of girls or women associated for a common purpose; a sisterhood. [..]
-
αδελφότητα
noun feminineTold them she was just pulling a prank on an old sorority sister.
Τους είπε ότι έκανε φάρσα σε μια παλιά αδελφότητα.
-
γυναικεία αδελφότητα
feminineThese are the rules for a successful sorority.
Αυτοί είναι οι κανόνες για μια πετυχημένη γυναικεία αδελφότητα.
-
σύλλογος φοιτητριών
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sorority " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sorority" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φοιτητική εστία θηλέων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη