Μετάφραση του "source language" σε Ελληνικά

Το γλώσσα πηγή είναι η μετάφραση του "source language" σε Ελληνικά.

source language noun γραμματική

(linguistics, translation studies) The language from which a translation is done. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γλώσσα πηγή

    Indicates if a language is a source language. (boolean)

    126 It is admittedly apparent from these statistics that a very high proportion of pages translated were originally drafted in English (source language).

    126 Από τα στατιστικά αυτά στοιχεία προκύπτει, ασφαλώς, ότι ένα μεγάλο ποσοστό μεταφραζόμενων σελίδων προέρχονται από πρωτότυπα κείμενα συνταγμένα στην αγγλική (γλώσσα-πηγή).

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " source language " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "source language" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "source language" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη