Μετάφραση του "spacing" σε Ελληνικά

Οι απόσταση, διάστημα, διάστιχο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spacing" σε Ελληνικά.

spacing adjective noun verb γραμματική

Present participle of space. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόσταση

    noun feminine

    The best thing you can do right now is just give her some space.

    Το καλύτερο που έχεις να κάνεις τώρα, είναι να της δώσεις λίγη απόσταση.

  • διάστημα

    noun neuter

    Lockdown will be in deep space before he realizes I'm gone.

    Ο Λόκνταουν θα είναι στο απώτατο διάστημα πριν καταλάβει ότι λείπω.

  • διάστιχο

    noun

    The type space between the lines shall be 4,24 mm (one sixth of an inch).

    Το δακτυλογραφικό διάστιχο είναι 4,24 mm (ένα έκτο της ίντσας).

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διάταξη
    • διάστημα, κλιμάκωση, διαπόσταση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spacing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "spacing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • χώρος ψόртωση
  • Χώρος · άπειρο · απεραντοσύνη · απόσταση · αραιώνω · αφήνω κενό · διάστημα · διάστημα ðiˈastiˌma · ελεύθερος χώρος · θέση · κενό · κόσμος · μέρος · περιβάλλον · περιοχή · σημείο · σύμπαν · τοποθεσία · τόπος · χάσμα · χώρος
  • Εσωτερικό γινόμενο
  • αφηρημένος χώρος
  • Ευρωπαϊκή υπηρεσία διαστήματος · Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος
  • κοινωνικός χώρος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spacing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη