Μετάφραση του "spastic" σε Ελληνικά
Οι σπαστικός, σπασμωδικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spastic" σε Ελληνικά.
spastic
adjective
noun
γραμματική
(pathology) Of, relating to, or affected by spasm. [..]
-
σπαστικός
adjective masculineIf he's spastic, he can always be dropping his wand.
Αν είναι σπαστικός, θα του πέφτει συνέχεια το μαγικό ραβδί του.
-
σπασμωδικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spastic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη