Μετάφραση του "specialisation" σε Ελληνικά
Οι εξειδίκευση, ειδίκευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "specialisation" σε Ελληνικά.
specialisation
noun
γραμματική
(British) Alternative spelling of specialization. [..]
-
εξειδίκευση
nounEvolutionary adaptation to a particular mode of life or habitat.
Specialisation may have certain advantages such as ensuring specialised knowledge of the procedure and language skills.
Η εξειδίκευση μπορεί να παρουσιάζει ορισμένα πλεονεκτήματα, όπως η εξασφάλιση εξειδικευμένης γνώσης της διαδικασίας και γλωσσικών δεξιοτήτων.
-
ειδίκευση
nounThis process requires a particular workmanship, labour and specialisation.
Η διαδικασία αυτή απαιτεί συγκεκριμένη δεξιότητα, εργασία και ειδίκευση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " specialisation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "specialisation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ειδικεύομαι · εξειδικεύομαι · προσαρμόζομαι
-
εξειδίκευση των συναλλαγών
-
ιατρική ειδικότητα
-
εξειδίκευση της παραγωγής
-
ειδικευμένος επιστήμονας
-
ειδική επιτροπή
-
Ειδική Οργάνωση του ΟΗΕ
-
συμφωνία ειδίκευσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη