Μετάφραση του "speciality" σε Ελληνικά

Οι ειδικότητα, σπεσιαλιτέ, ειδίκευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "speciality" σε Ελληνικά.

speciality noun γραμματική

(UK) That in which one specialises; a chosen expertise or talent. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ειδικότητα

    noun feminine

    I specialized in orthopedic surgery because I like the mechanical aspects of it.

    Πήρα ειδικότητα στην ορθοπεδική χειρουργική επειδή μου άρεσε η μηχανική της διάσταση.

  • σπεσιαλιτέ

    I have one special to tell you about.

    Έχω μία σπεσιαλιτέ να σας πω για σήμερα.

  • ειδίκευση

    noun

    Excessively specialized further training courses could make the necessary change of field more difficult.

    Μία πολύ συγκεκριμένη ειδίκευση κατά την πρακτική άσκηση μπορεί να δυσχεράνει μία απαραίτητη αλλαγή στον τομέα δραστηριότητας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χαρακτηριστικό
    • εξειδίκευση
    • γνώρισμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " speciality " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "speciality" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "speciality" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη