Μετάφραση του "specific" σε Ελληνικά

Οι ειδικός, συγκεκριμένος, εξειδικευμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "specific" σε Ελληνικά.

specific adjective noun γραμματική

(taxonomy) pertaining to a taxon at the rank of species [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ειδικός

    adjective

    intended for, or applying to a particular thing [..]

    In Italy, there is no specific law banning or authorising fluoridation.

    Στην Ιταλία δεν υπάρχει ειδικός νόμος απαγόρευσης ή έγκρισης της φθορίωσης.

  • συγκεκριμένος

    particle adjective masculine

    explicit or definite

    It is a matter of reconciliation and you can't be specific.

    Είναι ένα είδος συμβιβασμού και δεν γίνεσαι συγκεκριμένος.

  • εξειδικευμένος

    intended for, or applying to a particular thing

    It is a very specific field of work for a rescue mission.

    Ιδιαιτέρως εξειδικευμένος τομέας για έρευνα και διάσωση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ιδιαίτερος
    • ακριβής
    • ειδοποιός
    • ειδικευμένος
    • κατηγορηματικός
    • το ειδικό
    • το μέρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " specific " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Specific
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ειδικός

    Specific objective: The number of transport, energy and broadband projects supported.

    Ειδικός στόχος: Πλήθος έργων μεταφορών, ενέργειας και ευρυζωνικότητας στα οποία παρέχεται στήριξη.

Φράσεις παρόμοιες με "specific" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "specific" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη