Μετάφραση του "specificity" σε Ελληνικά

Οι αρτιότητα, ειδικός χαρακτήρας, εξειδίκευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "specificity" σε Ελληνικά.

specificity noun γραμματική

The state of being specific rather than general. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρτιότητα

    Optometry

    http://www.ivo.gr/files/items/1/109/visual_resolution_notes.pdf

  • ειδικός χαρακτήρας

  • εξειδίκευση

    feminine

    Generally this will be the technique providing the best specificity.

    Γενικά, ως τέτοια τεχνική θεωρείται εκείνη που προσφέρει τη μεγαλέτερη εξειδίκευση.

  • συγκεκριμένος χαρακτήρας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " specificity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "specificity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "specificity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη