Μετάφραση του "spelling" σε Ελληνικά
Οι ορθογραφία, γραφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spelling" σε Ελληνικά.
spelling
noun
verb
γραμματική
Present participle of spell. [..]
-
ορθογραφία
noun feminineMy own spelling's none too hot, I can tell you.
Και εγώ δεν είμαι πολύ καλός, στην ορθογραφία.
-
γραφή
noun feminineAliases or variations in spelling are denoted by “aka”.
Τα προσωνύμια ή οι διαφορές στη γραφή σημειώνονται με “άλλως”.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spelling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "spelling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έλεγχος ορθογραφίας
-
αντικαθιστώ · γήτεμα · γοητεία · γοητεύω · γράφω · γράφω ορθογραφημένα · μαγεία · ξόρκι · ορθογραφώ · περίοδος · προιωνίζομαι · προμηνύω · σημαίνω · σηματοδοτώ · συλλαβίζω · συνεπάγομαι · χρονική περίοδος
-
λύνω τα μάγια · τα χαλάω · τα, το χαλάω (σε κπ)
-
Φωνητικό αλφάβητο
-
γοητεύομαι από
-
Υπηρεσία ορθογραφικού ελέγχου
-
συλλαβίζω
-
ξεματιάστρα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη