Μετάφραση του "spice" σε Ελληνικά

Οι καρύκευμα, μπαχαρικό, καρυκεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spice" σε Ελληνικά.

spice verb noun γραμματική

(uncountable) Plant matter (usually dried) used to season or flavour food. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καρύκευμα

    noun neuter

    plant matter used to season or flavour food [..]

    However, there is no direct evidence linking desert worms to spice production.

    Ωστόσο, δεν έχει αποδειχτεί ότι έχουν σχέση με την παραγωγή καρυκεύματος.

  • μπαχαρικό

    noun

    The company subsequently decided to discontinue its promotion of the beer that used Nepali spice timur.

    Η εταιρεία αποφάσισε στη συνέχεια να διακόψει την προώθηση της μπύρας που χρησιμοποίησε το μπαχαρικό του Νεπάλ τιμούρ.

  • καρυκεύω

    verb

    to add spice or spices to

    I like to kick some of that hot sauce on there, spice it up something

    Επιθυμώ να κλωτσήσω μερικές από εκείνη την καυτή σάλτσα, τον καρυκεύει επάνω κάτι

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άρτυμα
    • νοστιμεύω
    • άρωμα
    • Μπαχαρικό
    • μυρωδικό
    • μπαχάρι
    • αρωματίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spice " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

SPICE abbreviation

Initialism of [i]Simulation Program with Integrated Circuit Emphasis[/i] (a general-purpose, open-source analog electronic circuit simulator)

+ Προσθήκη

"SPICE" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το SPICE στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "spice"

Φράσεις παρόμοιες με "spice" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spice" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη