Μετάφραση του "spiel" σε Ελληνικά
Οι λόγος, κουβεντιάζω, παραμύθι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spiel" σε Ελληνικά.
spiel
verb
noun
γραμματική
A lengthy and extravagant speech or argument usually intended to persuade. [..]
-
λόγος
noun masculineAnyway, I already heard Andrea's spiel.
Έχω ήδη ακούσει το λόγο της Άντρεα.
-
κουβεντιάζω
verb -
παραμύθι
noun neuterSo the guy gives him the same spiel, while I step outside and he says, 18,500 euros.
Κι ο τύπος τού λέει το ίδιο παραμύθι, όταν φεύγω εγώ και αυτός λέει 1.500 ευρώ.
-
παίζω
verbI usually do a whole spiel about sustainability
συνήθως παίζω ένα παιχνίδι για τη βιωσιμότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spiel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη