Μετάφραση του "spirometry" σε Ελληνικά
Το σπιρομέτρηση είναι η μετάφραση του "spirometry" σε Ελληνικά.
spirometry
noun
γραμματική
(medicine) The measurement of the volume of air that a person can move into and out of the lungs, using a spirometer. [..]
-
σπιρομέτρηση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spirometry " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη